Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

escort agency


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο escort παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: agency

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
escort [sb] vtr (accompany)συνοδεύω ρ μ
 The proud father escorted his daughter down the aisle.
 Ο περήφανος πατέρας συνόδευσε την κόρη του στην εκκλησία.
escort [sb] to [sth] vtr + prep (accompany)συνοδεύω κπ σε κτ ρ μ + πρόθ
  (καθομιλουμένη)πηγαίνω κπ σε κτ ρ μ + πρόθ
 After she caught them truanting, Melanie started escorting her kids to school.
 Αφού τα έπιασε να κάνουν κοπάνες, η Μέλανι ξεκίνησε να πηγαίνει η ίδια τα παιδιά της στο σχολείο.
escort [sb] into [sth] vtr + prep (accompany in)συνοδεύω κπ σε κτ ρ μ + πρόθ
  (καθομιλουμένη)πηγαίνω κπ σε κτ ρ μ + πρόθ
 The secretary escorted the visitor into the boss's office.
 Η γραμματέας συνόδευσε τον επισκέπτη στο γραφείο του αφεντικού.
escort [sb] out of [sth] v expr (accompany out)συνοδεύω κπ έξω από κτ περίφρ
  (κάποιον που δεν θέλει)βγάζω κπ από κτ ρ μ + πρόθ
 The security guards escorted the troublemaker out of the building.
 Οι φύλακες ασφαλείας έβγαλαν τον ταραχοποιό έξω απ' το κτίριο.
escort n (protective entourage)συνοδός ουσ αρσ/θηλ
  (ως σύνολο)συνοδεία ουσ θηλ
 The president was surrounded by his escort.
 Ο πρόεδρος περιστοιχίζονταν από τη συνοδεία του.
escort n (protection, chaperon)συνοδός ουσ αρσ/θηλ
 Several parents volunteered to act as escorts to take the students to the concert.
 Κάποιοι γονείς προσφέρθηκαν να κάνουν τους συνοδούς για να πάνε τους μαθητές στη συναυλία.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
escort n (paid companion)συνοδός ουσ αρσ/θηλ
 Philip hates eating alone, so he always hires an escort to go out to dinner with him when he's on business trips.
escort n (person: for restricted area)συνοδός ουσ αρσ/θηλ
 The receptionist found an escort to take the visitor to her meeting in the staff-only area of the building.
escort n (defensive warships or planes) (ως σύνολο)συνοδεία ουσ θηλ
 The convoy had an escort of several destroyers and frigates.
escort,
escort girl
n
(hired female companion)συνοδός ουσ θηλ
 Robert hired the escort via an app.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
escort ship n (ship that accompanies another)σκάφος συνοδείας ουσ ουδ
escort vessel n (ship that accompanies another)σκάφος συνοδείας ουσ ουδ
under escort adv (with armed accompaniment)με συνοδεία, υπό συνοδεία φρ ως επίρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση escort agency στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «escort agency».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!